Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Η ηθική σαπίλα της αριστεράς



Ακούω  που λέγουν, ότι οι πολιτικοί μαφιόζοι της ροζ συμμορίας έχουν βολέψει ως μετακλητούς παράσιτους στα γραφεία τους, παραπάνω από 20.000 άτομα, που στοιχίζουν στο πόπολο κάτι  εκατομμύρια εβρά, ετησίως.
Μόνον για τα νυχτερινά και τις υπερωρίες μαθαίνω, αυτοί οι καρανίκες έχουν λαμβάνειν σχεδόν όσα θα απαιτούνταν για να καλυφθούν άπαντα τα κενά των νοσοκομείων και των μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΠΕΔΔΥ!

Κι αυτά είναι, που επιτρέπεται να φτάσουν ως τα αυτάκια του απλού πολίτη. Που να δεις τι γίνεται με όσα δεν επιτρέπει το σύστημα να βγουν παραέξω.
Ένας βόρβορος.
Ένας κόσμος βουλιμιαίων δαιμόνων, που παρασιτούν, λεηλατούν, δάκνουν, ματώνουν και δηλητηριάζουν  τη σάρκα της ελληνόφωνης κοινωνίας.
Ωστόσο αυτή ήταν, είναι και θα είναι η αριστερά.

Το περίφημο ηθικό της πλεονέκτημα δεν ήταν παρά μια κατασκευή [ένα αφήγημα καταπώς θα έλεγαν οι ίδιοι] που άρχισε να αρθρώνεται  αμέσως μετά το πέρας του συμμοριτοπολέμου και επεχτάθηκε σαν κακιά αρρώστια στο συλλογικό ασυνειδο των μικροαστικών μαζών, μετά τη πτώση του επαναστατικού καθεστώτος  Παπαδόπουλου.

Εδώ δεν μιλάμε πια για ένα ηθικό μειονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους της αλλά για την ηθική σήψη της αριστεράς, που κατατρώγει τις σάρκες του Ελληνισμού, μέχρι της τελικής του εξαφάνισης… 



Βάλτε κάτου και μετρείστε, τις μύριες όσες μορφές της αν-ηθικότητας, που πάντοτε στην ιστορία λειτουργούσαν ως καρκινωματα εντός του σώματος μιας κοινωνίας, προετοιμάζοντας υπόγεια, την αποδιοργάνωση της και το ιστορικό τέλος της.
Η βιοφυλετική παρακμή, ο πανηδονισμός, η ερωτική ασυδοσία, η θραύση των ηθικών  κωδίκων της πατρίδας, της συλλογικότητας και της προσωπικής αρετής, η θηλυπρέπεια, η δειλία, η στρεψοδικία, η ιδιωτεία, ο μαρασμός της τέχνης, το κιτς, οι φαντασιακοί διέξοδοι από την πραγματικότητα, τα παραισθησιογόνα, η βουλιμία, το παράλογο, η βία, τα ναρκωτικά, η αδράνεια, η ατομικότητα, το βόλεμα, ο παρασιτισμός, η δουλοπρέπεια και γενικώς ότι είναι από τη φύση του σαθρό, ημιτελές, μικρό, πρόστυχο, ασήμαντο, χυδαίο, γύφτικο, κακορίζικο και στραβοβαλμένο, η αριστερά έρχεται να το αγκαλιάσει, να το εξιδανικεύσει, να το προστατεύσει και, ενίοτε, να το μεταλλάξει σε πρότυπο!



Δεν χρειάζεται να σας θυμίσω, ούτε τη λατρεία τους για την τριτοκοσμική αλητεία που έχει καταντήσει την Ελλάδα σουπερ μαρκετ πρεζας, οπλων και ψυχών, ούτε για την αδυναμία τους στον γύφτο ή στον ψυχανώμαλο, ούτε για την προστασία που παρέχουν στα νεοπλουτικά τάγματα εφόδου των Εξαρχείων, ούτε… ούτε… ούτε…

Όπου θ’ ακούσεις για κάτι τις παρακμιακό, άρρωστο, αν-ήθικο, διαλυτικό, η αριστερά θα βρίσκεται πρώτη εκεί, σαν τη Βασίλω στον γάμο, για να το προωθήσει!
Δεν μειονεκτούν απλώς ηθικά.
Είναι βαθύτατα σάπιοι.
Όπως ήντουσαν πάντοτε.



Η περίφημη παραμύθα για το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς, άρχισε να ξετυλίγεται, κάπου στη δεκαετία του 50, όταν η ελληνική κοινωνία ξεκίνησε να μετατρέπεται σταδιακά, από λαός σε μάζες – χαρακτηριστική διαδικασία μετάλλαξης κοινωνιών  του 20ου αιώνα, που είχε προφητεύσει ο Καρλ Γιάσπερς.

Ο νεοέλληνας μικροαστός της δεκαετίας του  ’50, βίωνε το δράμα μιας αμοραλιστικής και αδηφάγας καθεστωτικής τάξης, που κατασπατάλησε τα δολάρια του σχεδίου Μάρσαλ, για να αυτοσυντηρηθεί και να επεκτείνει τα προνόμια της, αδιαφορώντας [όπως και τώρα] για την ακραία φτώχεια του Ελληνισμού, για την ξενιτειά, για την έλλειψη οράματος στους νέους και για τη δαιμονοποίηση της ίδιας της σκέψης και της τέχνης, απέναντι στη οποία έθετε το ηλίθιο πρότυπο του φιλήσυχου οικογενειάρχη, που κοιτάει απλώς τη δουλειά του.
Και παρότι οι κόκκινοι συμμορίτες είχαν συντριβεί στον εμφύλιο πόλεμο, ο μέσος μικροαστός στην Ελλάδα, δεν έβλεπε καμία καλυτέρευση στη ζωή του.
Αντιθέτως, έβλεπε γύρω του τους πλούσιους να γίνονται πλουσιότεροι και τους φτωχούς να γίνονται φτωχότεροι, με άμεση συνέπεια να γεννάται το αμείλικτο ερώτημα: «Τότε γιατί ρε πούστη μου πολεμήσαμε τον κομμουνισμό; Για να συνεχίζουν να πλουτίζουν οι μαυραγορίτες και οι δωσίλογοι, ενώ τα δικά μας παιδιά μεταναστεύουν σε αμερικές και αυστραλίες;»



Ήταν πολύ φυσικό σε μια τέτοια κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση, η προπαγάνδα των κομμουνιστών να βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Κι ενώ το παλάτι και οι κολλητοί του καθεστώτος έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, κλεινοντας τα ματια στις υπογειες κοινωνικες διεργασιες, που προετοιμαζαν το τελος του [όπως συμβαινει και σήμερα] ο κοσμάκης άρχισε να βλέπει με διαφορετικό μάτι τους ηττημενους του συμμοριτοπολεμου.

Η ξεκαθαρη και ιστορικα συνεπης εικονα του κομμουνιστη, που επιδιωκει παντί τρόπω την γενοκτονια οτυ Ελληνισμου [διοτι αυτο ηταν παντα οι κομμουνιστες]  αρχισε να αντικαθισται από την πολύ πιο θελκτικη εικονα του ανθρωπου, που πολεμησε και μαρτυρησε για τις ιδεες του.

Η απελπισια των μικροαστικων ταξεων στην οποια τες οδηγησε το μεταπολεμικο καθεστως των παλατιανων, των δωσιλογων και των μαυραγοριτων, συνέβαλε τα μέγιστα στη προπαγάνδα της αριστεράς, ώστε να ανατραπεί η εικόνα του κόκκινου σφαγέα, κι από την ιστορική πραγματικότητα του ελληνοφονιά συμμορίτη, να αναδυθούν οι λαϊκοί ήρωες της μεταμοντέρνας συμμορίτικης πινακοθήκης.


Ωστόσο ο λεγόμενος «εμφύλιος» ουδέποτε υπήρξε ένας καθαρός πόλεμος ιδεών.
Στην πραγματικότητα υπήρξαν κομμουνιστές που στα χρόνια 44-49 βρέθηκαν εξ ανάγκης να υπηρετούν στον στρατό και έτσι πολέμησαν τους ομοϊδεάτες τους, στα βουνά, ενώ χιλιάδες Έλληνες πατριώτες βρέθηκαν, είτε εξαιτίας των τυφλών διωγμών είτε εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών, στο στρατόπεδο των συμμοριτών.
Εγώ προσωπικώς γνώριζα άνθρωπο πιστό στον Κομμουνισμό μέχρι τον θάνατο του, που είχε πολεμήσει ως στρατιώτης τους συμμορίτες στον Γράμμο και σαν αυτόν είχαν υπάρξει πολλοί.
Για να μην αναφέρω τις μυριάδες τα κορίτσια και τα αγόρια που αρπάχτηκαν από τις ορδές του λεγόμενου «Δημοκρατικού Στρατού, αφού πρώτα οι σφαγείς πέρασαν από μαχαίρι τους δικούς τους και ενσωματώθηκαν θέλοντας και μη στα κόκκινα τάγματα.

Αλλά και πέρα από τις προσωπικές τραγωδίες και τις αντιθέσεις που έκρυβε η φρικαλεότητα του εμφυλίου πολέμου, ποτέ δεν έγινε ξεκάθαρο, ποια παράταξη πολεμούσε πραγματικά για μία ιδεολογία ή αντίθετα, έσφαζε τον κοσμάκη για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των πρωτοπαλλήκαρων της.
Ανθρωποι σαν τον Ζαχαριάδη ή σαν τον Βελουχιώτη, δεν έβλεπαν τίποτε άλλο μπροστά τους, παρά την απόλυτη εξουσία, που φυσικά θα τους εξασφάλιζε η νίκη των φουκαράδων των στρατιωτών τους.

Γι αυτό άλλωστε και μετά την ήττα των συμμοριτών, σφάχτηκαν μεταξύ τους.

Αλλά και από την πλευρά των «εθνικοφρόνων» δεν υπήρχε ένας συμπαγής κορμός ιδεολόγων/πολεμιστών, που έδιναν τον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο.
Κι είναι αλήθεια ότι κατά των συμμοριτών τάχθηκαν άνθρωποι, που  θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν πουλήσει και τη μάνα τους ακόμα, προκειμένου να εξασφαλίσουν προνόμια, πλούτο ή εξουσία.
Μαυραγορίτες, αυλοκόλακες, σφουγκοκωλάριοι, κουκουλοφόροι, ριψάσπιδες, αληταριά, ψυχανώμαλοι – αρρωστημένοι κάθε είδους, εντάχθηκαν τότε, στο ένα ή στο άλλο στρατόπεδο, επειδή έτσι το έφεραν οι συμπτώσεις ή επειδή έτσι έκριναν ότι θα άρπαζαν περισσότερα.     

Ο εμφύλιος στην Ελλάδα ήταν μια τραγική περίοδος, όπου συμμορίες ελληνοφονιάδων, συγκρούστηκαν με καθεστωτικές ομάδες, με μαφίες και με κογκλάβια αρπαχτικών, σε έναν αμείλικτο πόλεμο ζωής ή θανάτου, που στο πέρας του άστραφτε το γέρας της απόλυτης εξουσίας.
Και σήμερα ακόμα, μπορεί να  δει ένας νηφάλιος Έλληνας, ότι οι κοκορομαχίες μεταξύ των συμμοριτών της αριστεράς και των συμμοριτών του νεοφιλελευθερισμού, δεν έχουν τίποτα να κάμουν με ιδεολογία αλλά αποκλειστικά με την νομή της εξουσίας.

Η μόνη διαφορά μεταξύ συμμοριτοπολέμου της δεκαετίας του 1940 και συμμοριτομαχίας του 21ου αιώνα, είναι ότι οι τότε κόκκινοι συμμορίτες, είχαν τουλάχιστον την ειλικρίνεια να μην πιπιλάνε ηλιθιωδώς την καραμέλα της τάχα μου δημοκρατίας.   
   
Δεν ισχυρίζομαι βεβαίως ότι ανάμεσα στα ένοπλα τμήματα, που έδωσαν άγριες μάχες στα βουνά της Ελλάδας, δεν υπήρχαν και άνθρωποι που πιστευαν στον πόλεμο τους.
Ασφαλώς και υπήρχαν κι από τα δυο στρατόπεδα.
Ωστόσο η σήψη των ηγετικών κογκλάβιων των κόκκινων συμμοριτών και η βουλιμία των μεγαλοαστών αρπαχτικών, υπερκάλυψαν το νόημα του χυμένου αίματος, αφήνοντας και στους μεν και στους δε, την πικρή αίσθηση ότι πολέμησαν για το τίποτα – για ένα κιβώτιο αδειανό, όπως έγραψε και ο Αρης Αλεξάνδρου.

Ο αμοραλισμός της σημερνής «αριστεράς» και η παχυδερμία της σημερνής «δεξιάς», χρωστιέται κατά πολύ στο εμφυλιοπολεμικό σύνδρομο, που προτάσσει ότι μόνη σοφή ιδιωτική οδός είναι το: «ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας»     

Η ηθική σήψη της αριστεράς συνεπώς, δεν περίμενε τον κ. Τσίπρα ή τον κ. Σταθακη ή τον κ. Καρανίκα, για να ξαμολυθεί σε χώρο και σε χρόνο, βρωμίζοντας τα πάντα γυρω της – από το παρόν μιας ξεφτιλισμένης κοινωνίας που βυθίζεται χασκογελώντας στην πρέζα και στον λειτουργικο αναλφαβητισμό, ίσαμε τις μνήμες του γένους μας, που ουδέποτε είχε υποπέσει σε τέτοια ηθική, βιοφυλετική και πολιτισμική παρακμή.
Αυτή ήτανε η αριστερά και ίδια παραμένει…    

Το πρόβλημα είναι ότι έχουν εκλείψει και τα υγιή εθνικά/κοινωνικά αντισώματα, που κράτησαν όρθιο το έθνος στη μεταεμφυλιακή περίοδο, φτάνοντας ως την επανάσταση της 21ης Απριλίου του 1967, που έδωσε παράταση ιστορικής ζωής, σε ένα θνήσκον έθνος.

Η «έξοδος στις αγορές» καταντησε να είναι το μόνο που γνοιάζει πλέον τους ελληνόφωνους ραγιάδες, ενώ με ένα καλό επιτόκιο δανεισμού, είναι έτοιμοι να ανακηρύξουν ηγέτη τους, ακόμα και τον Χότζα, που θα απαγγέλει κάθε πρωί το «Ιλά ιλ Αλλάχ» από τον μιναρέ του Βοτανικού, στην καρδιά των Αθηνών….

Η ηθική σαπίλα της αριστεράς διαπερασε πια ολοκληρο το σωμα της κοινωνιας και εξελίχθηκε σε γάγγραινα του Ελληνισμού, που προαναγγέλλει το τέλος του…



Λευτέρης Πανούσης

Δεν υπάρχουν σχόλια: