Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η Ελλάς σβήνει…


Δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα.

Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης.

Ύψιστο ζήτημα μίας χώρας είναι η φυσική της υπόσταση, δηλαδή των πολιτών της. Το δημογραφικό είναι διαχρονικά το υπ’ αριθμόν ένα εθνικό θέμα για κάθε κράτος. Είναι κεφαλαιώδους σημασίας η δυναμική του πληθυσμιακού συσχετισμού με γείτονες, φίλους, συμμάχους και εχθρούς. Δυστυχώς δεν είναι σχήμα λόγου ότι η Ελλάς φαίνεται να αργοσβήνει. Είναι η οδυνηρή πραγματικότητα των δημογραφικών δεδομένων, τα οποία αν δεν ανατραπούν σύντομα, προμηνύουν ένα ζοφερό μέλλον.

Το δημογραφικό τα τελευταία 50 χρόνια.

Από το 1960 μέχρι σήμερα οι θάνατοι αυξάνονται με γραμμικό και προβλέψιμο ρυθμό περίπου 1000 επιπλέον ανά έτος. Οι γεννήσεις όμως διατρέχουν μία πορεία ανωμάλου δρόμου με αρκετές και ευδιάκριτες διακυμάνσεις, οι οποίες σχετίζονται και με τις εν γένει πολιτικές συνθήκες.

Την περίοδο 1961-1968 αυξανόταν σταθερά από 150 στις 163 χιλιάδες τον χρόνο, παρόλο που τότε  υπήρξε και ένα μεταναστευτικό κύμα προς ευρωπαϊκές χώρες. Την περίοδο της δικτατορίας 1968-1973 μειωνόταν σταδιακά από τις 163 στις 137 χιλιάδες (πτώση 16% σε 7 χρόνια), ενώ αμέσεως μετά σταθεροποιήθηκαν με μία ελαφρά ανάκαμψη ως τις 148 χιλιάδες το 1980.

Την περίοδο 1980-1989, δηλαδή κατά την ώσμωση του καταναλωτισμού και της αθεμελίωτης ευμάρειας της ελληνικής κοινωνίας μεωνόταν σταθερά από τις 148 στις 101 χιλιάδες (31% πτώση σε 9 χρόνια). Κατόπιν σταθεροποιήθηκαν στο εύρος 100-103 για περίπου 13 χρόνια ως το 2002.

Από τότε, υπήρξε μία ελαφρά αύξηση ως το 2009 και έφτασαν στις 118 χιλιάδες. Ίσως η αιτία να ήταν τα πρώτα κύματα μετανάστευσης της προηγούμενης αλλά και εκείνης της δεκαετίας. Το 2009 περάσαμε στην τρέχουσα φάση της οικονομικής κρίσης με ραγδαία πτώση των γεννήσεων προς τις 92 χιλιάδες (πτώση 21% σε 7 χρόνια) και η καθοδική πορεία να φαίνεται εκ πρώτης όψεως ασταμάτητη.

Το ζωτικής σημασίας εθνικό θέμα του δημογραφικού προβλήματος της Ελλάδος δεν φαίνεται να απασχολεί καμία ελληνική ηγεσία, ούτε την κοινή γνώμη. Ελάχιστες ήταν οι κινήσεις άμβλυνσης της υπογεννητικότητας, κυρίως θεσμικού χαρακτήρα. Μοναδική εξαίρεση, με έμπρακτα και αξιοθαύμαστα μάλιστα αποτελέσματα, ήταν το επίδομα της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1999 κατά την θητεία του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου για το μηνιαίο επίδομα τρίτου παιδιού στη Θράκη μέχρι την ηλικία των 12 ετών.

Όπως μας πληροφορεί η Ελευθεροτυπία (26.2.2003), οι Χριστιανικές οικογένειες με τρία παιδιά ήταν μόλις 105 το 1999, αλλά σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια οκταπλασιάστηκαν και ξεπέρασαν τις 800! Συνεπώς, είναι πράγματι δυνατόν να επιδράσει μία πολιτική ενίσχυσης των γεννήσεων σε κατάλληλες συνθήκες.

Επιπλέον επιβάρυνση στο δημογραφικό είναι ότι πάνω από 400 χιλιάδες Έλληνες της γονιμότερης δεκαετίας της ζωής τους (30-40 ετών) έχουν αποδημήσει στο εξωτερικό λόγω της οικονομικής κρίσης τα τελευταία χρόνια. Το τρέχον αυτό μεταναστευτικό κύμα αναβάλλει τις γεννήσεις, λειτουργεί ως εθνική αιμορραγία διότι ορισμένοι δεν θα επιστρέψουν εύκολα πίσω και τελικά μεγεθύνει το δημογραφικό πρόβλημα. Την ίδια ώρα, οι νεότεροι είναι απελπισμένοι για τις δικές τους οικογενειακές προοπτικές έχοντας να αντιμετωπίσουν το σοβαρότερο για τους ίδιους πρόβλημα της επιβίωσης.


Δυσοίωνες λοιπόν οι προοπτικές. Όποτε και σε όποιο βαθμό ξεπεραστεί η οικονομική κρίση, όσο καλά συγκροτημένη και αν είναι η συλλογική ιδιοπροσωπεία των Ελλήνων, ο κίνδυνος του δημογραφικού αφορά στην ίδια τη φυσική υπόσταση της χώρας. Το ελειμματικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων είναι το μεγαλύτερο εθνικό θέμα.


Δημογραφικό: ισοζύγιο γεννήσεων – θανάτων.

                 Γεννήσεις          Θάνατοι
1960   157,239             60,563
1961  150,716                  63,955
1962  152,297                  66,554
1963  148,366                  66,813
1964  153,221                  69,429
1965  151,565                  67,269
1966  154,708                  67,912
1967  162,904                  71,975
1968  160,406                  73,309
1969  154,117                  71,825
1970  144,986                  74,009
1971  141,155                  73,819
1972  140,916                  76,859
1973  137,555                  77,648
1974  144,096                  76,303
1975  142,295                  80,077
1976  146,582                  81,818
1977  143,757                  83,750
1978  146,604                  81,615
1979  147,995                  82,338
1980  148,147                  87,282
1981  140,953                  86,261
1982  137,296                  86,345
1983  132,621                  90,586
1984  125,742                  88,397
1985  116,495                  92,886
1986  112,823                  91,783
1987  106,401                  95,656
1988  107,561                  92,407
1989  101,657                  92,720
1990  102,251                  94,152
1991  102,620                  95,498
1992  104,081                  98,231
1993  101,799                  97,419
1994  103,763                  97,807
1995  101,495                 100,158
1996  100,718                 100,740
1997  102,038                 99,738
1998  100,894                102,668
1999  100,643                103,304
2000  103,267                105,219
2001  102,282                102,559
2002  103,569                103,915
2003  104,420                105,529
2004  105,655                104,942
2005  107,545                105,091
2006  112,042                105,476
2007  111,926                109,895
2008  118,302                107,979
2009  117,933                108,316
2010  114,766                109,084
2011  106,428                111,099
2012  100,371                116,668
2013   94,134                111,794
2014  92,149                113,740
2015  92,984                121,785

Τα στοιχεία προέρχονται από την Eurostat.


Δεν υπάρχουν σχόλια: